τούφα

τούφα
η пасма (пряжи);
пучок (трава и т. п.); прядь (волос)

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужен реферат?

Смотреть что такое "τούφα" в других словарях:

  • τούφα — τοῦφα, η, ΝΜ 1. δέσμη, σύνολο από ίνες μαλλιού, τριχών, νημάτων 2. η τουλούπα. [ΕΤΥΜΟΛ. < λατ. tufa «είδος σημαίας, δόρυ με τρίχινο λοφίο στο άκρο» < γερμ. tūfa «λοφίο» (βλ. και λ. τύφη)] …   Dictionary of Greek

  • τούφα — η (λ. λατ.) 1. δέσμη από μαλλιά, νήματα, ίνες: Άσπρη τούφα σε μαύρα μαλλιά. 2. τουλούπα (βλ. λ.) …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • κοκαρίσκιον — κοκαρίσκιον, τὸ (Μ) τούφα από ακατέργαστα μαλλιά. [ΕΤΥΜΟΛ. < κοκάριον (< ποκάριον «τούφα μαλλί», με αφομοίωση) + επίθημα ίσκιον (πρβλ. αρτ ίσκιον, βωμ ίσκιον)] …   Dictionary of Greek

  • τύφη — η, ΝΜΑ, και τύφι, τὸ, Α λόγια ονομασία τού γένους, σύμφωνα με τη σύγχρονη επιστημονική ταξινόμηση, υδροχαρών ποωδών φυτών τύφα, με 15 περίπου είδη, ορισμένα από τα οποία φέρουν φύλλα που χρησιμοποιούνται στην καλαθοπλεκτική, στην κατασκευή… …   Dictionary of Greek

  • tufă — TÚFĂ, tufe, s.f. 1. Arbust cu ramuri dese care pornesc direct de la rădăcină; grup de flori, de lăstari sau de plante erbacee cu rădăcină comună. ♢ expr. (fam.) Tufă (de Veneţia) = nimic, deloc. Tufă n pungă sau tufă n buzunar = a) nimic; b) om… …   Dicționar Român

  • τουλούπα — η 1. τούφα μπαμπακιού, μαλλιού: Τουλούπα για κλώσιμο. 2. τούφα χιονιού, καπνού: Καπνίζει κάνοντας τουλούπες …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Toupha — The toupha (in Greek τουφα / toúpha or τουφίον / touphíon) is a plumage of the hair or bristles of exotic animals, used to decorate horsemen s helmets and emperors crowns.One of the most famous touphas is that which surmounts the crown or helmet… …   Wikipedia

  • Toupha — Statue équestre de Justinien portant la toupha, sur l Augustaion La toupha (en grec τοῦφα / toúpha ou τουφίον / touphíon) est un plumeau de crins ou de poils d animaux exotiques utilisé pour décorer les casques des cavaliers et les couronnes… …   Wikipédia en Français

  • Toupha — Zeichnung des Nimphyrios, 1430 Darstellung einer Toupha auf …   Deutsch Wikipedia

  • CAMELAUCIUM seu CAMELAUCUM — Macro est biretum Monachale Graecorum et Benedictinorum, cuius limbus binas appendices parabolicis figuris desinentes habet, quae faciei tempora contegunt; sed Benedictinorum sunt breviores. Suturae istiusmodi bireti in 4. partes aequales fiunt;… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • αλεκάτη — η 1. ρόκα (αρχ. ἠλακάτη), όργανο τής κατεργασίας τού μαλλιού, που αποτελείται από καλαμένιο κορμό ή διχαλωτή ράβδο, γύρω από την άκρη τής οποίας τυλίγεται το μαλλί, το λινό, το βαμβάκι κ.ά. για γνέσιμο 2. η τουλούπα, η τούφα μαλλιού βαμβακιού κ.ά …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»